Η ΣΤΕΊΡΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΕΊΡΙ ΣΤΟ WORDPRESS.COM

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Χρονιά της κρίσης το 2011 για την ΕΕ

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ένα μόνο είναι σίγουρο: Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση που ξέραμε όλα αυτά τα χρόνια το 2011 θα μας αποχαιρετήσει. Τα επετειακά αφιερώματα που θα δουν το φως της δημοσιότητας σε ένα χρόνο από τώρα θα κάνουν λόγο για μια ΕΕ και μια ευρωζώνη ολότελα διαφορετική από τη σημερινή.
Ο λόγος είναι ότι τον επόμενο χρόνο πρόκειται να πάρουν σχήμα και μορφή όλες αυτές οι αρνητικές μεταβολές για τις οποίες η Γερμανία μας προϊδέασε την προηγούμενη χρονιά και, το χειρότερο, κατέστησε σαφές ότι θα επιβάλει, ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους. Με άλλα λόγια η Γερμανία φέρεται αποφασισμένη να γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων της ακόμη και τη γνώμη των υπόλοιπων κρατών – μελών, ακόμη και των πιο στενών συμμάχων της όπως η Γαλλία, η οποία διαβάζοντας έγκαιρα το μήνυμα της αναβίωσης της γερμανικής επιθετικότητας έσπευσε να υποταχθεί προκειμένου να μην περιθωριοποιηθεί.

Η γερμανική επιθετικότητα παρόλα αυτά δεν προχωράει χωρίς αντιδράσεις, παρότι σε κάθε περίπτωση παραμένουν κατώτερες των περιστάσεων και ασυντόνιστες μεταξύ τους, αποτέλεσμα ενστικτωδών αντιδράσεων. Δύο γεγονότα ξεχωρίζουν που αμφισβητούν το μονόδρομο της νέας, «γερμανικής ΕΕ» και της εξοντωτικής λιτότητας.
Η πρώτη μορφή αντίδρασης σημειώθηκε στην Ουγγαρία, όπου τον περασμένο Απρίλη κέρδισε τις εκλογές το δεξιό κόμμα Φιντέζ, με μια ασυνήθιστη πλειοψηφία, που έφθανε τα δύο τρίτα του εκλογικού σώματος. Η ομόθυμη σχεδόν στήριξη των Ούγγρων ψηφοφόρων στον Βίκτορ Όρμπαν ήταν αποτέλεσμα των αντι-νεοφιλελεύθερων προεκλογικών εξαγγελιών του και της υπόσχεσής του να απελευθερώσει την Ουγγαρία από τον θανάσιμο εναγκαλισμό του ΔΝΤ. Τα ‘πε και τα ‘κανε! Ο Ούγγρος πρωθυπουργός, Βίκτορ Όρμπαν τίμησε τις δεσμεύσεις του, αντίθετα με ότι συμβαίνει σε όλη την Δυτική Ευρώπη, όπου η πολιτική έχει εξελιχθεί σε μια ιστορία διάψευσης (των προεκλογικών υποσχέσεων) και προδοσίας (του εκλογικού σώματος). Προ επίρρωση η προεκλογική δήλωση του Γ. Παπανδρέου «λεφτά υπάρχουν» από την μια και το μετεκλογικό κατοχικό καθεστώς από την άλλη, οι προεκλογικές δεσμεύσεις των Φιλελεύθερων στην Αγγλία ότι δεν θα αυξηθούν τα πανεπιστημιακά δίδακτρα από την μια και η συμφωνία τους να τριπλασιαστούν από την άλλη που οδήγησε σε πρωτοφανή επεισόδια στους δρόμους του Λονδίνου, η επιμονή του ισπανού πρωθυπουργού Θαπατέρο να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 χρόνια, παρά τη καθολική αντίδραση που συνάντησε η πρότασή του, κ.λπ., κ.λπ.
Ο Ούγγρος πρωθυπουργός αντίθετα, σεβάστηκε τις εξαγγελίες του και αρχικά σνόμπαρε τα χρήματα του ΔΝΤ δηλώνοντας ότι η χώρα του μπορούσε από μόνη της να εξασφαλίσει τους αναγκαίους πόρους. Απύθμενο θράσος!
Η αναίδειά του συνεχίστηκε με την απόφασή του να επιβάλλει φόρο στις τράπεζες ύψους 0,5% αντί να μειώσει περαιτέρω τις δημόσιες δαπάνες, όπως έκαναν οι σοσιαλιστές προκάτοχοί του και όπως γίνεται σε όλη την Ευρώπη. Μια απόφαση που, αν και πέρασε από την ουγγρική Βουλή τον Ιούλη με 301 ψήφους υπέρ έναντι 12 κατά – δε στερούταν δηλαδή νομιμοποίησης, συνάντησε την καθολική αντίδραση των κατοχικών δυνάμεων ΔΝΤ – ΕΕ που, λειτουργώντας ως συλλογικό όργανο των τραπεζών οι οποίες θα επιβαρυνθούν με 844 εκ. δολ. με αυτό το νόμο, καταδίκασαν την πρωτοβουλία. Λίγο είναι να εγκαταλείπεται η πεπατημένη των περικοπών στους μισθούς, τις συντάξεις και τις κοινωνικές παροχές και να φορολογούνται οι τράπεζες; Έγκλημα καθοσιώσεως!
Οι διαφοροποιήσεις του Βίκτορ Όρμπαν έφτασαν σε ανώτερα επίπεδα τις προηγούμενες εβδομάδες όταν πρόσβαλε εκ νέου τα ιερά και τα όσια της νέας οικονομικής τάξης αμφισβητώντας την διαβόητη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και… άκουσον – άκουσον ο πρωθυπουργός της χώρας ήθελε να έχει λόγο για τη νομισματική πολιτική! Τα γεγονότα έχουν ως εξής: Η πολιτική ηγεσία της χώρας χάραξε μια ολοκληρωμένη οικονομική πολιτική, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι και η νομισματική πολιτική – κάτι που ξεχνιέται εσχάτως, με μοναδικό στόχο να αρχίσει ξανά η οικονομική μεγέθυνση της χώρας και να δραπετεύσει από το φαύλο κύκλο ύφεσης και λιτότητας που την είχε οδηγήσει η υποθήκευση στο ΔΝΤ. Σε αυτό το πλαίσιο πρόκρινε την μείωση της φορολογίας προσωπικού εισοδήματος και μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων, την αύξηση της φορολογίας (πέρα από τις τράπεζες) στις επιχειρήσεις ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και ιδιωτικής ασφάλισης, την αύξηση ορισμένων παροχών κοινωνικής πρόνοιας και την μείωση των επιτοκίων για να αρχίσει το χρήμα να κυκλοφορεί ώστε να χρηματοδοτηθούν νέες επενδύσεις που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας όμως είχε άλλη γνώμη και όχι μόνο αρνήθηκε να μειώσει τα επιτόκια, αλλά τα αύξησε κιόλας, δίνοντας έτσι το σήμα για μια περιοριστική οικονομική πολιτική σε ευθεία αντιπαράθεση με την πολιτική της κυβέρνησης. Η σύγκρουση της εκλεγμένης κυβέρνησης με τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας (ασήμαντος και εξ ορισμού πολιτικό μηδενικό όχι μόνο στην Ουγγαρία αλλά σε όλες τις χώρες του κόσμου) κορυφώθηκε όταν η πολιτική ηγεσία του ζήτησε να παραιτηθεί κι αυτός αρνήθηκε αναγκάζοντας την κυβέρνηση να καταφύγει σε έναν λαβύρινθο χειρισμών για να τον αναγκάσει να τα μαζέψει και να φύγει.
Τα γεγονότα στη γενέτειρα του Σόρος που υπό την κυβέρνηση των σοσιαλιστών ήταν οι καλύτεροι πελάτες του ΔΝΤ και παράδειγμα για τον Γιώργο Παπανδρέου (ποιος ξεχνάει την επίσκεψή του τον Απρίλη στη Βουδαπέστη και την συνάντησή του με τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό – εντολοδόχο του ΔΝΤ, όταν διαταγή της ημέρας ήταν το «μην δαιμονοποιείτε το ΔΝΤ») είναι πέρα για πέρα διδακτικά γιατί δείχνουν ότι η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας στην πράξη σημαίνει αυτονόμησή της από την πολιτική και πλήρης υπαγωγή της σε σκοτεινούς εξωθεσμικούς μηχανισμούς του εξωτερικού, που έχουν ένα και μοναδικό σκοπό: να επιβάλλουν λιτότητα σε βάρος των εργαζομένων, αδιαφορώντας για το επίπεδο ζωής, την απασχόληση, την ανάπτυξη ακόμη και το διεθνές κύρος μιας χώρας. Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες μπροστά στους διεθνείς επενδυτές που χώρια των άλλων ποτέ δεν φθάνουν κιόλας. Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας έτσι κατάργησε το άβατο και αποκατέστησε τον πολιτικό, δημοκρατικό έλεγχο επί των αποφάσεών της κεντρικής τράπεζας και συμπεριέλαβε εκ νέου τη νομισματική πολιτική στην εργαλειοθήκη της οικονομικής πολιτικής εκεί που ανήκε από αιώνες πριν την νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, που στην Ευρώπη επιβλήθηκε με την Συνθήκη του Μάαστριχτ. Τότε χαρακτηρίστηκε ως ακρογωνιαίος λίθος της νομισματικής ενοποίησης η «ανεξαρτησία» των κεντρικών τραπεζών και έξω από κάθε κεντρική τράπεζα κρεμάστηκε η ταμπελίτσα «απαγορεύεται η είσοδος στους πολιτικούς».
Οι κινήσεις ανεξαρτητοποίησης της Ουγγαρίας, που κορυφώθηκαν με την ανάρτηση σε κάθε δημόσιο κτίριο μιας διακήρυξης όπου αναφέρεται ότι μόλις τώρα η χώρα απέκτησε τον αυτοπροσδιορισμό της, προκάλεσαν εκνευρισμό στις Βρυξέλλες. Η δυσφορία της ΕΕ εξηγείται όχι μόνο γιατί η Ουγγαρία δημιουργεί ένα αντι-παράδειγμα, βεβαιώνοντας ότι η πολιτική των περικοπών και της εξοντωτικής λιτότητας δεν είναι μονόδρομος, αλλά μαζί με αυτό και για έναν επιπλέον λόγο: Επειδή η Βουδαπέστη αναλαμβάνει από το Σάββατο 1/1ου την κυκλική προεδρία της ΕΕ. Το γεγονός ότι πρόκειται για έναν θεσμό εντελώς απογυμνωμένο από ουσιαστικές αρμοδιότητες δημιουργεί αρχικά έναν εφησυχασμό στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ποιος όμως μπορεί να είναι σίγουρος, με τα σημερινά δεδομένα, για την διάθεση του Όρμπαν να συμμορφωθεί στην πολιτική των Βρυξελλών και να την υπηρετήσει;
Ένα δεύτερο παράδειγμα που υπογραμμίζει τις φυγόκεντρες τάσεις που αναπτύσσονται στην ΕΕ ήρθε από την αρθρογραφία ενός ιστορικού σοσιαλδημοκράτη ηγέτη, ο οποίος προτίμησε τον αιχμηρό λόγο από τις «photo opportunities» στις οποίες επιδίδονται οι πρώην αναζητώντας ρόλους: του Μάριο Σοάρες, πρωθυπουργού και προέδρου της Πορτογαλίας επί πολλά χρόνια. Σε άρθρό του που δημοσιεύτηκε στην ισπανική εφημερίδα El Pais στις 15 Δεκέμβρη τόνιζε: «Η ενότητα και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται ότι είναι σε τροχιά εξαφάνισης, το ίδιο και η ταυτότητα του ευρωπαϊκού σχεδίου, που στηριζόταν στην ειρήνη, την δημοκρατία και την ευημερία με ιδιαίτερη έμφαση στο κοινωνικό και περιβαλλοντικό συμβόλαιο. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Επιτροπής εμφανίζεται εντελώς οικονομίστικη, με την έννοια ότι υπηρετεί τα κερδοσκοπικά συμφέροντα των αγορών και μας επιβάλει βάρβαρες προσαρμογές στο κοινωνικό, περιβαλλοντικό, πολιτισμικό ακόμη και στο εκπαιδευτικό επίπεδο. Για ποιο λόγο; Με μοναδικό στόχο την μείωση του ελλείμματος και του εξωτερικού χρέους (για το οποίο κατά ένα μέρος είναι υπεύθυνοι οι κερδοσκόποι) μας σέρνουν σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη ύφεση. Επιπλέον μας βυθίζουν στην πολιτική παράλυση. Η Ισπανία και η Πορτογαλία περιλαμβάνονται στα θύματα αυτής της απαρχαιωμένης στρατηγικής που σχεδιάστηκε από την κυρία Μέρκελ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με την συνεργασία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ήταν αυτοί που επέβαλαν τα πολύ σκληρά μέτρα στους λαούς μας. Δεν μπορέσαμε να τα αποφύγουμε, ως προς το παρόν, για να μην υποστούμε οικονομική ασφυξία. Αλλά δεν πρέπει, ούτε μπορούμε να μείνουμε σιωπηροί. Είναι η ώρα να ηχήσει η δική μας φωνή, να πούμε φτάνει πια»!
Τα παραπάνω λόγια, από έναν πολιτικό που ανήκει σε μια γενιά η οποία δεν προσκύναγε τους τραπεζίτες ούτε υποκλινόταν στην «ανεξαρτησία» των αμερικανοσπουδαγμένων τεχνοκρατών, απηχούν την απογοήτευση που προκαλεί πλέον η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όσους την είχαν ταυτίσει με την ειρήνη και τη  δημοκρατία. Αυτή η πορεία όξυνσης των εσωτερικών ανταγωνισμών το 2011 θα ενταθεί, με πρωτοβουλία του Βερολίνου. Η πρόθεση της Γερμανίας να επιβάλει στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου το σχέδιο ελεγχόμενης χρεοκοπίας, τροποποιώντας τη Συνθήκη της Λισσαβόνας χωρίς ωστόσο να τεθούν οι αλλαγές στην κρίση των ευρωπαίων ψηφοφόρων, θα δώσει νέα ώθηση στις διαθέσεις των κερδοσκόπων, ενώ ταυτόχρονα θα βαθύνει την ύφεση και τη φτώχεια για τους λαούς της Ευρώπης.
Εκτός αν το 2011 γίνει η χρονιά που οι λαοί θα σαρώσουν αυτά τα εφιαλτικά σενάρια ανατρέποντας τις πολιτικές λιτότητας και περικοπών των κοινωνικών δαπανών που γυρίζουν το ρολόι του χρόνου όχι ένα χρόνο μετά, αλλά έναν αιώνα πίσω…

Δεν υπάρχουν σχόλια: