Η ΣΤΕΊΡΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΕΊΡΙ ΣΤΟ WORDPRESS.COM

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Να ξανασκεφτούμε την αξία της ανάπτυξης.

του Κένεθ Ρόγκοφ*

Η σύγχρονη μακροοικονομία συχνά μοιάζει να θεωρεί την ταχεία και σταθερή ανάπτυξη ως το Α και Ω της πολιτικής. Αυτό το μήνυμα αντηχεί στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, στις αίθουσες συνεδρίασης των διοικητικών συμβουλίων των κεντρικών τραπεζών και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Αλλά πόσο νόημα έχει να θεωρούμε την ανάπτυξη ως το κύριο και αμετακίνητο κοινωνικό στόχο, όπως φαίνεται να το θεωρούν τα οικονομικά εγχειρίδια;



Φυσικά υπάρχουν πολυάριθμοι επικριτές της καθεστηκυίας οικονομικής αντίληψης, που τονίζουν τη σημασία άλλων πλευρών της κοινωνικής ευημερίας, όπως είναι το προσδόκιμο επιβίωσης, η εγγραμματοσύνη κ.ο.κ. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται οι εκθέσεις ανθρώπινης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών και η γαλλικής έμπνευσης «επιτροπή για την καταμέτρηση της οικονομικής απόδοσης και της κοινωνικής προόδου», υπό τη διεύθυνση των οικονομολόγων Τζόζεφ Στίγκλιτζ (Joseph Stiglitz), Αμάρτια Σεν (Amartya Sen) και Ζαν-Πολ Φιτουσί (Jean-Paul Fitoussi).

Αλλά το πρόβλημα μπορεί να είναι πολύ βαθύτερο από μια απλή στατιστική στενομυαλιά: η βασική αποτυχία των σύγχρονων θεωριών της ανάπτυξης είναι πως παραγνωρίζουν πως ο άνθρωπος είναι πρωτίστως κοινωνικό ον. Εκτιμά την ευημερία του στη βάση του τι βλέπει γύρω του, όχι απλά στο πώς ζει εκείνος, σε απόλυτες τιμές.

Ο οικονομολόγος Ρίτσαρντ Ίστερλιν (Richard Easterlin) έκανε τη διαβόητη παρατήρηση ότι οικαταμετρήσεις της ευτυχίας στη δύση δείχνουν εντυπωσιακά μικρές μεταβολές ολόκληρη την περίοδο μετά το Β' παγκόσμιο πόλεμο, ανεξαρτήτως των σημαντικών μεταβολών στο διαθέσιμο εισόδημα. Δε χρειάζεται να πούμε πως το συμπέρασμα του Ίστερλιν δεν ισχύει τόσο στις πολύ πτωχές χώρες, όπου το ταχέως αυξανόμενο εισόδημα συχνά επιτρέπει στις κοινωνίες να βιώνουν μεγάλες βελτιώσεις στην καθημερινή τους ζωή, που αποτυπώνονται με ένταση σε όλες τις καταμετρήσεις της γενικής ευζωίας.

Αλλά στις αναπτυγμένες οικονομίες, η σύγκριση είναι αδιαμφισβήτητα ένας από τους βασικούς παράγοντες του πώς αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι την ευημερία τους. Υπό αυτή την έννοια, η γενικευμένη αύξηση του εισοδήματος μπορεί να επηρεάζει την αίσθηση της ευζωίας πολύ λιγότερο από όσο θα ανέμενε κανείς καταμετρώντας απλά το πώς η αύξηση του εισοδήματος ενός ατόμου -σε σχέση με το σύνολο- άλλαξε τον τρόπο διαβίωσής του. Η σημασία της «συγκριτικής» αυτής συμπεριφοράς μπορεί επίσης να σημαίνει πως στην πραγματικότητα η σημασία οικονομικών παραγόντων σαν την περιβαλλοντική υποβάθμιση μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από όση προεξοφλούν τα συμβατικά μοντέλα καταμέτρησης της ανάπτυξης.

Για να είμαστε δίκαιοι, υφίσταται μια μικρή αλλά σημαντική βιβλιογραφία, που αναγνωρίζει πως τα άτομα βασίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις οικονομικές τους επιλογές και συμπεριφορές σε ιστορικές και κοινωνικές αναφορές. Ατυχώς αυτά τα μοντέλα είναι δύσχρηστα και δεν προσφέρονται για συγκρίσεις και ερμηνείες. Ως εκ τούτου, αξιοποιούνται σε πολύ ειδικές περιστάσεις, όπως τις προσπάθειες να ερμηνευτεί ο λεγόμενος «γρίφος της απόδοσης των μετοχών» (που αναφέρεται στην εμπειρική παρατήρηση ότι μακροπρόθεσμα οι μετοχές έχουν καλύτερες αποδόσεις από τα ομόλογα).

Επιπλέον υπάρχει ένας θεμελιακός παραλογισμός στην εμμονή με την αέναη μεγέθυνση του μέσου εισοδήματος, που δε παραβλέπει κάθε άλλο κίνδυνο ή περίσταση. Κάντε αυτό το μικρό διανοητικό πείραμα: έστω ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα τα επόμενα διακόσια χρόνια θα αυξάνεται ετησίως κατά μέσο όρο κατά 1% το έτος. Αυτός είναι πάνω-κάτω τα τελευταία χρόνια ο ρυθμός ανάπτυξης του αναπτυγμένου κόσμο. Με τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης, μέσα σε εβδομήντα χρόνια οι άνθρωποι θα διαθέτουν κατά μέσο όρο διπλάσιο εισόδημα από ότι σήμερα. Στο τέλος των δύο αιώνων, το μέσο εισόδημα θα έχει οκταπλασιαστεί. Τώρα θεωρείστε πως ζείτε σε μια πολύ ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία, που μεγεθύνεται με ρυθμό 2% ετησίως. Στην περίπτωση αυτή το εισόδημα θα έχει διπλασιαστεί σε 35 χρόνια και θα έχει οκταπλασιαστεί μέσα σε έναν αιώνα. Και τώρα αναρωτηθείτε αν πραγματικά νοιάζεστε αν ο οκταπλασιασμός του εισοδήματος θα χρειαστεί 100, 200 ή 1,000 χρόνια. Δε σας φαίνεται πολύ πιο εύλογο να νοιάζεστε για την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και τη διάρκεια της παγκόσμιας ανάπτυξης; Δεν είναι πολύ πιο σώφρον να ανησυχούμε για το αν οι πολεμικές συγκρούσεις ή η υπερθέρμανση του πλανήτη θα προκαλέσει μια καταστροφή που θα εκτροχιάσει την ανθρωπότητα για τους πολλούς επερχόμενους αιώνες;

Όσο στενά κι αν σκέφτεται κανείς τη μοίρα των απογόνων του, είναι αναμενόμενο να ελπίζει πως θα ζουν σε μια ευημερούσα κοινωνία στην εξέλιξη της οποίας θα συμβάλουν θετικά -και όχι απλά πως θα τα βγάζουν καλύτερα πέρα από τους υπολοίπους συγχρόνους τους.

Πιθανότατα η βασική αιτία για τη σημασία που δίδεται στην ανάπτυξη να συνδέεται με την έγνοια για τη διεθνή θέση των χωρών και την εθνική τους ασφάλεια. Στο σημαντικό του βιβλίο του 1989 «η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων» ο ιστορικός Πολ Κένεντι (Paul Kennedy) συμπέρανε ότι μακροπρόθεσμα η διεθνής θέση και η επιρροή μιας χώρας κρίνεται από τις αυξομειώσεις του πλούτου και της παραγωγικότητάς της, σε σχέση με τα άλλα κράτη.

Ο Κένεντι έδωσε μεγάλη σημασία και στη στρατιωτική ισχύ, αλλά στο σημερινό κόσμο η οικονομική επιτυχία εξαρτάται από πολλές διαστάσεις και οι πολιτικοί διεθνώς -και σωστά- νοιάζονται για την θέση των χωρών τους στις διεθνείς οικονομικές κατατάξεις. Η ύπαρξη μιας παγκόσμιας κούρσας για παγκόσμια ισχύ είναι εύλογος και κατανοητός λόγος για να προκρίνεται η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη των οικονομιών, αλλά αν αυτή είναι η κύρια αιτία της εμμονής με την ανάπτυξη, αυτό σημαίνει πως χρειάζεται να επανεξετάσουμε τα οικονομικά μας μοντέλα, που αγνοούν πλήρως αυτή τη διάσταση.

Φυσικά, στον πραγματικό κόσμο τα κράτη ευλόγως θεωρούν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξή τους ως συστατικό στοιχείο της εθνικής τους ασφάλειας και της διεθνούς τους θέσεως. Οι υπερχρεωμένες χώρες (μια ομάδα που στις μέρες μας συμπεριλαμβάνει πλείστες όσες από τις αναπτυγμένες οικονομίες) χρειάζονται την ανάπτυξη για να μειώσουν το χρέος τους. Αλλά μακροπρόθεσμα η θέση υπέρ της αξίας της ανάπτυξης είναι πολύ πιο αδύναμη από ότι τείνουν να πιστεύουν οι θεωρητικοί της οικονομίας και οι πολιτικοί.

Σε μια περίοδο μεγάλης οικονομικής αβεβαιότητας, πιθανό να μοιάζει άκαιρο να αμφισβητεί κανείς την αξία της ανάπτυξης. Από την άλλη, ίσως η κρίση να είναι ακριβώς η πιο ενδεδειγμένη περίσταση να αναθεωρήσουμε τους μακροπρόθεσμους στόχους της παγκόσμιας οικονομικής πολιτικής.


*Ο Kenneth Rogoff είναι καθηγητής οικονομίας στο Χάρβαρντ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ

Δεν υπάρχουν σχόλια: